Είμαι στο μπάνιο. Έχω μόλις πλύνει τα χέρια μου και κλείνω τη βρύση. Τι νύχτα κι αυτή, περίεργη. Μεσολαβεί ένα δευτερόλεπτο ησυχίας. Μέσα απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο που κοιτάζει στο δρόμο, προσγειώνονται ξαφνικά στ’ αυτιά μου, δύο ταλαιπωρημένες φωνές αντρών σε υπερένταση.
– Ξενέρωσα… Δηλαδή, θα προτιμούσα να μας το πει ξεκάθαρα: γουστάρω τα φράγκα. Τι ιδεολογία και μαλακίες και… εντάξει ρε φίλε, ξενέρωσα! Εγώ δεκαοχτώ χρονών τον είχα για θεό ρε μαλάκα τον τύπο!
– Αλλάζει ο άνθρωπος φίλε, αλλάζει. Απ’ όλες τις μεριές.
– Όχι ρε, ο ίδιος μένει. Απλά, εμείς τον βλέπουμε διαφορετικά. Στα μάτια μας αλλάζει μόνο.
Παύση.
– Ε τότε, εμείς φταίμε! Δεν είδαμε από την αρχή αυτό που βλέπουμε τώρα. Δεν το ’δαμε ρε μαλάκα!
– Είμασταν μικροί ρε, που να το δούμε;
– Μαλάκες ήμασταν! Έπρεπε να το ’χαμε καταλάβει.
– Στ’ αρχίδια μας. Το καταλάβαμε τώρα.
Οι φωνές των αντρών σώπασαν και ο ήχος από τον παλμό τους στην άσφαλτο, έσβησε ρυθμικά αυτόν τον διάλογο που έσκασε απροειδοποίητα μπροστά μου. Γουστάρω τα φράγκα… «Και ποιος δεν τα γουστάρει», σκέφτηκα κι επέστρεψα στο σαλόνι. Ξημέρωνε Δευτέρα. Έστριψα το τσιγάρο μου και συνέχισα να βουρλίζομαι εδώ κι εκεί μέχρι που τελικά ήρθε η ώρα να φύγω για τη δουλειά μου. Δεν είχα κοιμηθεί καθόλου. «Το θέμα είναι να το παραδεχτείς απ’ την αρχή», άκουσα τον εαυτό μου να λέει και πήγα στο μπάνιο για να ετοιμαστώ. Μόλις έκλεισα τη βρύση, σ’ αυτό το δευτερόλεπτο της ησυχίας, κατάλαβα ότι ξενέρωσα.
Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 64