
[…]
Ο Λάμπρος έπιασε στα χέρια του το σημείωμα και το πλησίασε στα μάτια του. Δεν φορούσε τα γυαλιά του. Είχε κατέβει μόνο για τσιγάρα. «Η οικία δεν μιλάει και δεν απαντάει.–», διάβασε στην άκρη της σελίδας. Ο Λάμπρος άρχισε να ιδρώνει. «Έβαλε και τελεία και παύλα, ο μαλάκας», σκέφτηκε και το κορμί του τεντώθηκε. Με κομμένη την ανάσα και τους παλμούς του να χοροπηδάνε, βγήκε παγανιά στο λιοπύρι του αθηναϊκού Ιούλη. Αγόρασε δύο πακέτα, αντί για ένα που συνήθως έπαιρνε, και γύρισε γρήγορα στη σκιά της εισόδου. Πήρε το σημείωμα μαζί του κι ανέβηκε τις σκάλες μονορούφι, μπαίνοντας ξανά στη δροσιά του σπιτιού του. Άφησε το σημείωμα στο γραφείο του κι άναψε ένα τσιγάρο. Στη συνέχεια άνοιξε το παράθυρο. Το air-condition ήταν ήδη ανοιχτό. Έκατσε στην πολυθρόνα του και τράβηξε μερικές τζούρες γερές. Έπειτα, έσβησε το τσιγάρο του κι έκλεισε τα μάτια. «Αυτή τη φορά θα σε φτιάξω», σκέφτηκε και βάλθηκε να σκαρώνει απαντήσεις, ψάχνοντας την πιο κατάλληλη. Έπρεπε από τη μία να σηκώσει το γάντι και να τον αποστομώσει, από την άλλη ήθελε να γίνει και η δουλειά. Εξού και το σημείωμα άλλωστε. Ποια θα ήταν η κατάλληλη απάντηση όμως; Να τον βάλει στη θέση του και να εκτονωθεί, να ξαναρίξει τα μούτρα του για να γίνει η δουλειά ή να κανονίσει τη δουλειά μόνος του; Βέβαια, σε καθένα από τα πιθανά σενάρια, την εμπλοκή και την πιθανή συμπλοκή μαζί του, δεν θα τη γλίτωνε. Όταν το δικαίωμα κι η υποχρέωση είναι κοινά, δεν μπορείς να αποφύγεις τον άλλο, ό,τι και αν κάνεις. Κάποια στιγμή, θα πρέπει να συνεννοηθείς. Ειδικά εκεί που μένεις.
[…]
Από τη συλλογή διηγημάτων, «Μια ντουζίνα στα δύο», Εκδόσεις Τόπος
Εικονογράφηση: Στέλλα Δημητρακοπούλου