Όταν έσφιξαν οι ζέστες_μικροδιήγημα

Εξάρχεια. Τρεις ώρες μακριά από τον Αύγουστο. Καύσωνας. Για μία ακόμη φορά, ο μεγαλύτερος των εποχών. Μέσα, κλιματισμός. Έξω, πύρινη λαίπαπα. Άνοιξα το παράθυρο, χωρίς να ξέρω τον λόγο. Μέχρι να τον σκεφτώ, είχα αρχίσει να βράζω. Πριν προλάβω ν’ αντιδράσω, άκουσα το «Καλημέρα Ήλιε» του Λοΐζου. Κάποιος μάλλον αναπολούσε. Τα μπάνια του λαού. Έκλεισα το παράθυρο και άνοιξα το ψυγείο. Εκείνο το βράδυ μέθυσα. Σίγουρα από τον ήλιο. Με το χρώμα του όμως, δεν κατάφερα να βαφτώ. Ήταν πλέον σκοτάδι. Το πρωί που ξύπνησα, έκανα ένα κρύο ντουζ. Συνήλθα. Η θερμοκρασία είχε ανέβει. Και τα τζιτζίκια, συνέχισαν να τραγουδούν. 

Σχολιάστε