
Δεν ήξερε να κάνει ένα πράγμα. Ήξερε περισσότερα. Κι αυτά τα περισσότερα, τα έκανε μ’ έναν τρόπο επαγγελματικό. Μ’ έναν τρόπο που θα μπορούσε να βγάλει κανείς λεφτά. Αξιοπρεπή λεφτά, με αντάλλαγμα, μια αξιοπρεπή εργασία. Η οποία, δεν τραβούσε την αξιοπρέπειά της από τα ίδια τα λεφτά, αλλά από την υπόσταση τη δική της. Γιατί, δεν έφερε μόνο αποτέλεσμα η εργασία του, έφερε και το νοιάξιμο ταυτόχρονα. Έφερε τη φροντίδα για την ανάγκη της δουλειάς. Αυτός ήταν ο επαγγελματισμός του: ένα κράμα από νοιάξιμο, φροντίδα και αποτέλεσμα. Και τεράστια επιμονή. Μα κυρίως, το γεγονός ότι ήταν πάντα παρών. Στις συναντήσεις, στις κλήσεις, στα μηνύματα, στο ίδιο του το κεφάλι που δεν σταματούσε να επεξεργάζεται δεδομένα. Σχεδόν -τί σχεδόν δηλαδή-, σκέτα, με μανία.
Ώσπου μια μέρα σταμάτησε. Έκατσε το κερασάκι στην τούρτα και συνειδητοποίησε ότι αν συνεχίσει έτσι θα γίνει απών. Και μάλιστα σύντομα. Όχι μόνο στις συναντήσεις, στις κλήσεις, στα μηνύματα, στο ίδιο του το κεφάλι, απών από την ίδια τη ζωή. Τα μαθηματικά στις ιατρικές εξετάσεις που έκανε, δεν του επέτρεψαν να μην το συνειδητοποιήσει. Κι έτσι, ο επαγγελματίας, άφησε πίσω τον «επαγγελματισμό» του. Έστρεψε το νοιάξιμο, τη φροντίδα και το αποτέλεσμα στην ίδια τη ζωή. Αυτή που κινδύνευε να χάσει. Άφησε λοιπόν τη μανία. Έγινε ερασιτέχνης. Εραστής της τέχνης του ζην. Κι όχι ερασιχρήματος, όπως τον ανάγκαζαν τα προς το ζην. Τότε ήταν που έγινε πλούσιος. Και την περιουσία του αυτή, μπόρεσε και την κληροδότησε στα παιδιά του.
Φωτογραφία: Verne Ho