
Έξω έβρεχε. Έριχνε χιονόνερο. Αυτός είχε μείνει να κοιτάζει το παράθυρο. Εναλλάξ με τον υπολογιστή του. Έβλεπε τα κουφώματα, το απέναντι παράθυρο, τα παράθυρα της οθόνης του. Άκουγε τον ήχο της βροχής. Άκουγε σχεδόν το μέσα του. Κοίταξε ξανά το απέναντι παράθυρο. Παρατήρησε κάποιον που του έμοιαζε. Καθόταν ακριβώς όπως αυτός. Με τη διαφορά, ότι ο δικός του υπολογιστής ήταν κλειστός. Αυτός σηκώθηκε όρθιος, άνοιξε το παράθυρο, κι έπιασε με το χέρι του τη βροχή. Τότε, εκείνος κάποιος απέναντι, άνοιξε τον υπολογιστή του. Το δίκτυο ξαφνικά έπεσε. Άρχισε να χιονίζει. Αυτός έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στη θέση του. Πίσω από τα τζάμια, αυτός και ο κάποιος, κοιτάχτηκαν στιγμιαία. Μ’ ένα βλέμμα παγωμένο, ξερό. Και κάπως έτσι, ζεστάθηκαν για λίγο.