Το τραπεζάκι με τις φωτογραφίες_μικρό πεζό

– Έλα! Καλωσήρθες! Δες έχεις ξανάρθει εδώ, έτσι δεν είναι; Κοίτα να δεις τι σου ’λεγα… Η πόρτα με την καμάρα, δες λεπτομέρεια. Το ψαροκόκκαλο παρκέ και η μπορντούρα στο πλάι. Το γραφείο της και η βιβλιοθήκη με τους κώδικες, τα περιοδικά και τους τόμους. Τη θυμάμαι εδώ στα νιάτα της, να κάθεται όρθια στο παράθυρο και να κοιτάζει την πλατεία με τις ώρες. Τούτο δω το ράφι, το ’χε για τα βιβλία λογοτεχνίας που διάβαζε. Η λογοτεχνία -όπως έλεγε- ήταν το άλλοθί της, για να μην την καταπιεί αυτή η δουλειά. Ευτυχώς, όλα πια βρίσκονται στη θέση τους, τακτοποιημένα, όμορφα. Δεν πολυκουράζομαι πλέον να καθαρίσω. Εσύ που ’σαι και νέα, ου, τίποτα, παιχνιδάκι. Που να ’βλεπες παλιότερα, τι γινόταν εδώ μέσα… Οι δικογραφίες ήταν παντού στοίβες, ένας χαμός. Έδιναν όμως κίνηση, ζωντάνια, παρ’ όλη τη σκόνη που μάζευαν. Τώρα κάθονται με αλφαβητική σειρά, στο έπιπλο με την τζαμένια πόρτα. Λες και κοιμούνται ήσυχες, κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο. Η προίκα μιας άξιας καριέρας, με τα άγχη, τις επιτυχίες, αλλά και τις δυσκολίες της. Το μόνο πράγμα που δεν άλλαξε ποτέ -όσο καιρό δουλεύω εδώ μέσα- είναι το τραπεζάκι με τις φωτογραφίες. Στην ίδια θέση, τα ίδια πρόσωπα. Η μάνα της κι οι αδερφές της. Μεταξύ μας, άντρας, δεν κάθησε ποτέ εκεί πέρα. Αυτούς τους έμπαζε κατευθείαν σε άλλο δωμάτιο, εδώ δίπλα, έλα να δεις. Μακριά από το τραπεζάκι με τις φωτογραφίες. Είναι βέβαια ακόμα όμορφη και καλή γυναίκα η κυρία. Άτυχη όμως βρε παιδί μου, άτυχη… Εσύ, δεν μου ’πες, τι έγινε; Παντρεύτηκες με τον λεγάμενο ή μπα; 

Φωτογραφία: Shannia Christanty

Ελ πάσο_χρονογράφημα

Είμαι στη χώρα της Τήνου. Νταγκλαρισμένος από τον ήλιο, αλατισμένος από τη θάλασσα, με τη γυναίκα και το παιδί. Καθόμαστε για καφέ. Τα περισσότερα μαγαζιά είναι κλειστά. Μεσημέρι γαρ. Απόγευμα δηλαδή. Το καλοκαίρι όμως, τέτοια ώρα λογίζεται ως μεσημέρι. Το παιδί χασμουριέται. Στο απέναντι τραπέζι, έρχεται και κάθεται ένας νεαρός, με καπέλο που συνηθίζουν να φορούν όσοι ψαρεύουν με καλάμι. Μου ζητάει τσιγάρο. Του τονίζω πως καπνίζω στριφτά. Δεν έχει πρόβλημα, τουναντίον. Παίρνει τα σύνεργα και στρίβει ένα τσιγάρο που μοιάζει με τυρόπιτα. Το ανάβει και με κοιτάζει επίμονα. Μου λέει, «να σας ρωτήσω κάτι;». «Βεβαίως», του απαντώ. «Ξέρετε αν μπορώ να επανεκδώσω το πάσο μου; Το έχασα, μάλλον». «Ναι, μπορείς», του λέω. «Σε ποια σχολή είσαι;», συνεχίζω. «Δασολογία Καρδίτσας», αποκρίνεται. «Χρειαζόμαστε τους δασολόγους στην Ελλάδα. Κάθε χρόνο καίγεται ο τόπος», επισημαίνει η γυναίκα μου. «Καλά, εγώ, μόνο για το πάσο πήγα», τη διακόπτει. «Τότε, έπρεπε να το προσέχεις περισσότερο», συμπληρώνω. «Θ’ αναγκαστώ να ξαναπάω εκεί τώρα;», με ρωτά με αγωνία. «Δεν νομίζω», του λέω διστακτικά. «Πάρε τηλέφωνο τη γραμματεία και ζήτα να κάνεις την αίτηση ηλεκτρονικά. Τι διάολο, στην ψηφιακή εποχή ζούμε!». Ο νεαρός χαμογέλασε ανακουφισμένος. Φεύγοντας, μου ζήτησε κι άλλο τσιγάρο. Του έδωσα με χαρά. Ελπίζω μόνο να προσέχει που πετάει τις γόπες του. Φυσάει πολύ αυτές τις μέρες. 

Φωτογραφία: Umit Aslan

Ο επαγγελματίας_μικροδιήγημα

Δεν ήξερε να κάνει ένα πράγμα. Ήξερε περισσότερα. Κι αυτά τα περισσότερα, τα έκανε μ’ έναν τρόπο επαγγελματικό. Μ’ έναν τρόπο που θα μπορούσε να βγάλει κανείς λεφτά. Αξιοπρεπή λεφτά, με αντάλλαγμα, μια αξιοπρεπή εργασία. Η οποία, δεν τραβούσε την αξιοπρέπειά της από τα ίδια τα λεφτά, αλλά από την υπόσταση τη δική της. Γιατί, δεν έφερε μόνο αποτέλεσμα η εργασία του, έφερε και το νοιάξιμο ταυτόχρονα. Έφερε τη φροντίδα για την ανάγκη της δουλειάς. Αυτός ήταν ο επαγγελματισμός του: ένα κράμα από νοιάξιμο, φροντίδα και αποτέλεσμα. Και τεράστια επιμονή. Μα κυρίως, το γεγονός ότι ήταν πάντα παρών. Στις συναντήσεις, στις κλήσεις, στα μηνύματα, στο ίδιο του το κεφάλι που δεν σταματούσε να επεξεργάζεται δεδομένα. Σχεδόν -τί σχεδόν δηλαδή-, σκέτα, με μανία. 

Ώσπου μια μέρα σταμάτησε. Έκατσε το κερασάκι στην τούρτα και συνειδητοποίησε ότι αν συνεχίσει έτσι θα γίνει απών. Και μάλιστα σύντομα. Όχι μόνο στις συναντήσεις, στις κλήσεις, στα μηνύματα, στο ίδιο του το κεφάλι, απών από την ίδια τη ζωή. Τα μαθηματικά στις ιατρικές εξετάσεις που έκανε, δεν του επέτρεψαν να μην το συνειδητοποιήσει. Κι έτσι, ο επαγγελματίας, άφησε πίσω τον «επαγγελματισμό» του. Έστρεψε το νοιάξιμο, τη φροντίδα και το αποτέλεσμα στην ίδια τη ζωή. Αυτή που κινδύνευε να χάσει. Άφησε λοιπόν τη μανία. Έγινε ερασιτέχνης. Εραστής της τέχνης του ζην. Κι όχι ερασιχρήματος, όπως τον ανάγκαζαν τα προς το ζην. Τότε ήταν που έγινε πλούσιος. Και την περιουσία του αυτή, μπόρεσε και την κληροδότησε στα παιδιά του. 

Φωτογραφία: Verne Ho

Πάγια τακτική_σχόλιο

Πάγια τακτική: δύο λέξεις που, τελικά, μαζί, νομιμοποιούν την προβληματική συμπεριφορά. Που δίνουν χώρο στις παθογένειες και φρενάρουν κάθε αλλαγή προς τα μπρος.

Ας πούμε, το «φακελάκι» στον γιατρό. Απαγορεύεται. Κατά πάγια τακτική, το δίνουμε, διαφορετικά, κάνεις τον σταυρό σου μέχρι να σου πιαστεί το χέρι. Δεν σου αφήνει άλλα περιθώρια το βλέμμα εκείνου που το επιθυμεί διακαώς και διαπιστώνει ότι δεν το ‘χεις για να το πάρει.

Τα πρωτότυπα έγγραφα στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Έχουν καταργηθεί, αρκούν τα φωτοαντίγραφα. Κι όμως, κατά πάγια τακτική, απαιτούνται, κι εμείς μην έχοντας ούτε το μαχαίρι, ούτε και το καρπούζι, τα προσκομίζουμε. Τι να κάνουμε, να κάτσουμε να μαλώσουμε; Μερικές φορές το κάνουμε κι αυτό. Μην σου πω, τις περισσότερες.

Τα τηλέφωνα στις υπηρεσίες. Παρά την ψηφιακή εξέλιξη, κατά πάγια τακτική, εξακολουθεί να μην τα σηκώνει κανείς. Δηλαδή, έχουμε κάτι που μοιάζει με βήτα, χωρίς να προηγείται το βασικό και απαραίτητο άλφα.

Και τα παραδείγματα, δεν έχουν τέλος…

Πάγια τακτική. Καιρός να τη βάλουμε σε κίνηση. Αρκετά παγιώθηκε. 

Φωτογραφία: Museums Victoria

Τέρατα_σχόλιο

Υπάρχουν πολλά τέρατα: κάποια σκοτώνουν παιδιά, άλλα βαράνε γυναίκες, μερικά μαχαιρώνουν και μετανάστες (ή όσους τους υπερασπίζονται). Υπάρχουν βέβαια κι αυτά που σου παίρνουν το ψωμί μέσα απ’ τα χέρια και σ’ αφήνουν να πεθάνεις από την πείνα. Ακόμα, υπάρχουν κι εκείνα που θα σε απαθανατίσουν την ώρα που πεθαίνεις, για ν’ αποφανθούν αν πεθαίνεις σωστά ή αν πεθαίνεις λάθος. Τέρατα, των τεράτων, ω τέρατα… Μας φάγατε την ψυχή! 

Φωτογραφία: Molly Blackbird

Άλφα στερητικό: Ρίτα Χέιγουορθ_μικρό πεζό

Χρηματοπιστωτική, υγειονομική, ενεργειακή, ανθρωπιστική, κοινωνική, πολιτισμική, επισιτιστική. Η πολλαπλή κρίση. Μια λέξη που εισήχθη στο καθημερινό μας λεξιλόγιο στα τέλη της δεκαετίας των 00’s και καλά κρατεί έως και σήμερα, στις αρχές της δεκαετίας του ’20. Μια λέξη που αποτελεί θέμα συζητήσεων, αναλύσεων, πανελλαδικών εξετάσεων, διπλωματικών και διδακτορικών εργασιών, καθώς και «καραμέλα» των δελτίων ειδήσεων. Μα πάνω απ’ όλα, μια λέξη που ερεθίζει τις πολιτικές ηγεσίες. Τις ερεθίζει να την επιτείνουν. Μ’ έναν τρόπο ασφυκτικό, που έρχεται και δένει κόμπους στους λαιμούς και τα στομάχια των πολιτών. Μ’ έναν τρόπο βάναυσο, που αφήνει στάχτη και σώματα νεκρά. Όλες οι κρίσεις είναι μία: αυτή που φέρνει τον άνθρωπο σε αδιέξοδο. Με άλφα στερητικό προς την τελευταία έξοδο. Ρίτα Χέιγουορθ, σε χρειαζόμαστε. Έστω και σε αφίσα.   

Πως να ευτυχήσεις στην Ελλάδα_ σύντομος οδηγός

Μην είσαι στην ώρα σου. Στην καλύτερη, θα περιμένεις σαν τον μαλάκα.

Μην πληρώνεις εμπρόθεσμα τους λογαριασμούς σου. Είναι πιθανό να εμφανιστούν ξανά ως ληξιπρόθεσμες οφειλές. Ειδικά, αν πρόκειται για τον ΕΦΚΑ.

Μην στέλνεις έργο σου ή δουλειά σου προς αξιολόγηση σε θεσμικό φορέα. Αν δεν έχεις μπάρμπα στην Κορώνη ή νονό τον Καίσαρα, χάνεις απλά τον χρόνο σου.

Μην ταξιδεύεις πολύ και επ’ ουδενί μην ζήσεις -έστω και για λίγο- στο εξωτερικό. Καλύτερα να μην ξέρεις καθόλου πως λειτουργεί ένα οργανωμένο κράτος. 

Μην γίνεις με τίποτα καλός σε κάτι. Οι απανταχού «άριστοι», δεν θα στο συγχωρήσουν ποτέ.

Αντιθέτως,

Γράψου από μικρός σε κομματικές νεολαίες. Ει δυνατόν απ’ το δημοτικό. Στα τριάντα σου, θα είσαι το λιγότερο υπουργός.

Έχε στενούς δεσμούς με την εκκλησία. Μιλάμε για το πιο ισχυρό «δόντι» της Ελλάδας, μην το ξεχνάς ποτέ αυτό.

Άσε τη ζακέτα και πιάσε το παλτό. Δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα. Εκτός από τον χειμώνα.

Διάβασε μυθολογία. Τότε θα σου γίνει αντιληπτό, γιατί «γαμιέται ο Δίας» συνεχώς.

Πίνε πολύ νερό. Βοηθάει στα νεύρα. Κι αν -ο μη γένοιτο- σου σπάσουν, ξεκίνα να μπουγελώνεις κόσμο. Μην φοβάσαι, δεν θα το θυμάται κανείς την επόμενη μέρα. Έχουμε μνήμη χρυσόψαρου. Άσε που μερικοί, μπορεί και να γελάσουνε με τα χάλια τους…

Τα φιντάνια_μικρό πεζό

Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας. Το ’96. Έκτη δημοτικού. Όταν κάποια φιντάνια, βαμμένοι Ολυμπιακοί -οι μισοί ήταν στα δεκάξι και πήγαιναν ακόμα β’ γυμνασίου-, περικύκλωσαν έναν πιτσιρικά -γύρω στα δεκατέσσερα- με πράσινη μπλούζα στο κέντρο του Πειραιά, στην πλατεία Κοραή. Μέσα σε δευτερόλεπτα, ο πιτσιρικάς είχε βρεθεί καταγής να τρώει κλωτσιές και μπουνιές, με την απορία στο βλέμμα. Ξαφνικά, ακούστηκε μια φωνή: «Ρε μαλάκες, Boston Celtics φοράει! Δεν είναι βάζελος!». «Είσαι βάζελος ρε;», ακούστηκε μια άλλη. Ο πιτσιρικάς κούνησε το ανοιγμένο του κεφάλι αρνητικά. Τα φιντάνια απομακρύνθηκαν. Έτρεξα να τον βοηθήσω να σηκωθεί. Έφυγε από την πλατεία σακατεμένος. Μετά το περιστατικό, στο επόμενο γκολ που είδα να βάζει ο Ολυμπιακός, δεν μπορούσα να πανηγυρίσω. Σκεφτόμουν εκείνον τον πιτσιρικά. Τότε, άρχισα να καταλαβαίνω ότι οι πραγματικοί αγώνες δεν δίνονται στα γήπεδα. Μα στην ίδια τη ζωή.

Αυτά_σχόλιο

Όταν χάσεις τη δικαιοσύνη, τα χάνεις όλα. Χάνεις τη σταθερά. Χάνεις αυτό που ορίζει το δίκαιο και το άδικο. Χάνεις το σημείο αναφοράς. Που αναφέρεται στους πάντες. Κάθετα και οριζόντια. Χωρίς διακρίσεις. Κι έτσι, τότε, όλα γίνονται μεταβλητά. Ή μάλλον, γίνεται το χρήμα η σταθερά. Δεν χρειάζεται να κάψουμε τα λεφτά. Απλά, να τα μοιράσουμε καλύτερα. Και να μην χάσουμε τη δικαιοσύνη. Αυτά. 

Φωτογραφία: Kalea Morgan

#με_την_αλήθεια (και όποιον την υπερασπίζεται)_μικρό πεζό

Κανείς δεν κατάφερε να κρύψει την αλήθεια. Μπορεί να το προσπάθησε. Μπορεί αυτή του η προσπάθεια να τελεσφόρησε για κάποιον καιρό, μπορεί χίλια δυο, η αλήθεια όμως κάποια στιγμή αποκαλύφθηκε. Βεβαίως, ο χρόνος παίζει μείζονα ρόλο, καθότι καθορίζει το κολάσιμο των πράξεων που αποκρύφθηκαν και άλλα πολλά. Τα πράγματα όμως έχουν συνέχεια. Κι εδώ, έρχεται η Ιστορία… Γιατί δεν μαθαίνουμε από τα λάθη μας; Γιατί πάντα μια νέα υπόσχεση -νέα από τα παλιά- σαρώνει αυτό που ήδη ξέρουμε ότι θα συμβεί; Γιατί χρειαζόμαστε την υπόσχεση. Όπως και να ‘χει. Χρειαζόμαστε προφήτες, μεσσίες, σωτήρες, πλάτες, κάποιον να μας προσλάβει. Και το μόνο που βρίσκουμε είναι κάποιον να μας προσβάλλει. Να προσβάλλει τη νοημοσύνη μας, το περί δικαίου αίσθημα, την ίδια την αλήθεια. Σ’ αυτές τις προσβολές, λυπούμαστε, αλλά δεν θα στείλουμε βιογραφικά. Μόνο κάτι «δομημένα» ραβασάκια. Βαθιά, μέσα στην κάλπη. 

Φωτογραφία: Marija Zaric