Τα αυτονόητα_σχόλιο

Οι γυναίκες δεν είναι μόνο για να γεννάνε. Είναι και για να δουλεύουν, να καπνίζουν και να μεθάνε. Για να χορεύουν, να γελάνε και ν’ αποφασίζουν. Για να φωτίζουν την επιστήμη, την τέχνη, τον αθλητισμό, την πολιτική. Την ίδια τη ζωή. Μα κυρίως, είναι για να μιλάνε. Για να θυμίζουν τα αυτονόητα στους άντρες που ξεχνάνε. Ότι από γυναίκες αντρειώθηκαν. Και δίχως αυτές, θα ’ταν ακόμα παιδιά. 

Φωτογραφία: Isaak Alexandre KaRsilian

Γαυγίσματα_μικρό πεζό

«Η σιωπή σας, βροντοφωνάζει. Ο χαβάς, είναι μόνο δικός σας. Οι πίτες παραμένουν ολόκληρες, μα οι σκύλοι, στέκονται στη γωνιά πεινασμένοι. Φοβού τους κύνας και την ουρά κουνώντας», είπε ο κλητήρας στον δήμαρχο κι έφυγε για την πλατεία. Έξω ακούγονταν γαυγίσματα, όμοια με τραγούδια. Το δημαρχείο σείστηκε. Ο δήμαρχος έτρεξε να κρυφτεί. Ήταν εξάλλου η σειρά του. 

3/9/2021_μικρό πεζό

Υπάρχει η Ελλάδα του τότε, η Ελλάδα του τώρα και η Ελλάδα του πάντα. Αυτή που μας ενέπνευσε, αυτή που μας ξενέρωσε κι αυτή που κουβαλάμε. Όλες κάνανε λάθη. Ακόμα κάνουν. Όπως όλοι και όλα. Όμως από τα σωστά, είναι που πάμε μπροστά. Κι αυτά, κοιτάζουνε τον άνθρωπο. Όχι τους αριθμούς. Γιατί τα σώματα, ποτέ δεν ξεγελάνε. Στα χαμόγελα, δεν μπορείς να κρυφτείς. Είναι τρεις του Σεπτέμβρη. Τρέχω στους μπαξέδες και σκέφτομαι τον Μίκη. Οι καφενέδες, μυρίζουν ήδη τσικουδιά. Ψάχνω τα παλικάρια. Βρίσκω εσένα. Σε κοιτάζω και βλέπω νοητά τον ήλιο. Η μουσική ξεκινάει. Γίνομαι Ζορμπάς. Δεν μετράω πια βήματα. Νιώθω, ότι είναι τα σωστά. 

Σε ετοιμότητα_σχόλιο

Η μαλακία, δεν έχει τόπο. Δεν έχει χρώμα, δεν έχει κόμμα. Δεν λογαριάζει πτυχία, ούτε μετάλλια, ούτε βαριά βιογραφικά. Είναι παρούσα. Πανταχού και τα πάντα πληρούσα. Ακόμα και τώρα. Στέκει από πάνω και μας κοιτάει. Σαν σύννεφο, έτοιμο για βροχή. 

Έτσι πάει_μικρό πεζό

Ξύπνησα στις τρεις, με πονοκέφαλο φρικτό. Έφαγα κάτι ελαφρύ και πήρα ένα ντεπόν. Σε μερικές ώρες ξημέρωνε. Έκατσα στα σκοτάδια και περίμενα το φως. Όταν αυτό ήρθε, κοιμόμουν. Μετά από ώρες, άνοιξα τα μάτια μου. Το φως είχε εξαφανιστεί. Μαζί και ο πονοκέφαλος. «Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις», σκέφτηκα. «Έτσι πάει».

Η βάρκα γέρνει_σχόλιο

Το επιτελικό κράτος, όσον αφορά στα δικαιώματα των πολιτών, είτε τα περιορίζει, είτε τα εκχωρεί στους επιτελείς του, απευθείας ή πλαγίως. Όσον αφορά δε στις υποχρεώσεις του, εισάγει την ατομική ευθύνη σε θέματα αποκλειστικής του αρμοδιότητας κι έτσι το χρέος μοιράζεται. Σε βάρος των πολιτών. Στη σούμα του το πράγμα, η βάρκα γέρνει. Διπλά. Κι όταν θα βυθιστεί, μπορεί να είναι αργά. Θα πρέπει να μην πνιγούμε, για να τραβήξουμε το κουπί. Αν βέβαια τα καταφέρουμε, μάλλον θα φτάσουμε στον τόπο μας. Κι αυτός είναι ένας λόγος για να πιστέψουμε ότι μπορούμε. 

Εικονογράφηση: Στέλλα Δημητρακοπούλου

Μαύρο_επιμύθιο σε άνω τελεία

Οι περιουσίες, δεν είναι μόνο πράγματα. Είναι και οι ζωές που φαγώθηκαν, για να τις αποκτήσουν. Για τη φύση, πάλι, δεν θα μιλήσουν οι άνθρωποι. Θα το κάνει η ίδια. Και θα είναι αμείλικτη. Δυστυχώς με όλους. Ακόμα και με αυτούς, που την αγαπάνε. Ένας νεκρός. Το μαύρο, απλώνεται. Όπως πάντα. Λίγο αέρα θέλει μόνο. Σαν τη φωτιά.

Ni dieu, ni maître_άρθρο

Υποκείμενο, αντικείμενο, απόσπασμα του κόσμου. Ποιος μιλάει; Τι είναι αυτά και πού βρισκόμαστε; Ας το πάρουμε απ’ την αρχή λοιπόν. Είμαστε στο Παρίσι, σ’ αυτή τη γωνιά του κόσμου, με τον Κ. Αξελό, τον Έλληνα στοχαστή. Αυτόν που έπρεπε να πάει εκεί μ’ ένα καράβι το ’45, παρέα μ’ άλλους συμπατριώτες του για να μπορέσει να σκεφτεί και να δράσει ελεύθερα. Βλέπεις στην Αθήνα δεν ήταν δυνατόν. Δεν του επιτρεπόταν. Ούτε και τώρα επιτρέπεται κάτι τέτοιο σε όποιον το επιθυμεί πραγματικά (βέβαια σε άλλα μέτρα και σταθμά), αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Στην παρούσα, το θέμα μας είναι τα αποσπάσματα. Τα αποσπάσματα του κόσμου. Και για να γίνουν αυτά το θέμα μας και όχι τα υποκείμενα και τα αντικείμενα όπως ο Αξελός και τα βιβλία του, θα πρέπει ν’ αποδεχτούμε ότι πριν απ’ όλα υπάρχει ο κόσμος, όπως υπάρχει και το Παρίσι, πριν να το επισκεφτεί κανείς. Αν είμαστε εντάξει μέχρι εδώ, τότε ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε τα αποσπάσματα στα μάτια. Τι βλέπουμε; Αυτά που υπάρχουν πέρα από τα γνωστά ως υποκείμενα και αντικείμενα προφανώς. Tα ρήματα. Αν θα μπορούσε λοιπόν η σχέση που έχουν τα ρήματα με τα υποκείμενα και τα αντικείμενα να γίνει από γραμμική σπειροειδής, τότε αυτά ίσως άρχιζαν να κινούνται στη σκέψη μας σαν σπονδυλικές στήλες και όχι σαν εξαρτήματα, όπως κάνουν εδώ και χρόνια από συνήθεια φιλολογική, παρά τις έμφυτες σάρκες τους. Ίσως ξεκινούσαν να σχετίζονται από και προς για να δημιουργήσουν αποσπάσματα -μέρη του συνόλου δηλαδή- με αντίστοιχη συνείδηση για τον πολλαπλό τους ρόλο, αντί να σχετίζουν μηχανικά αντικείμενα με υποκείμενα σαν πιστοί υπάλληλοι του στενού μυαλού. Τι πάει να πει όλο αυτό; Ότι η δράση κατ’ αρχήν δεν εξαρτάται από τον φορέα της, ούτε από το αποτέλεσμά της για να συμβεί. Αυτό από το οποίο κατά βάση εξαρτάται, είναι η ίδια της η ανάγκη να εκδηλωθεί για να δημιουργήσει από τον κόσμο σπάσματα, η οποία μοιάζει με την ανάγκη ενός ρήματος να βρίσκεται σε μια πρόταση ενός κειμένου, ακόμα κι αν στέκεται μόνο του.

Αυτή βέβαια είναι μια σκέψη -πάνω σε μια άλλη σκέψη-, κάπως δυσνόητη, παρ’ όλη την απλούστευση στη διατύπωσή της. Το καταλαβαίνω. Αυτός όμως δεν είναι λόγος για ν’ αφήσουμε την εύληπτη στενότητα να κυριαρχήσει και να καταστρέψει τον κόσμο, τα υποκείμενα και τα αντικείμενα που τον περιβάλλουν, επειδή δεν μας επιτρέπεται ή δεν το επιτρέπουμε εμείς στον εαυτό μας να σκεφτεί. Μια οποιαδήποτε σκέψη που φροντίζει να κοιτάζει τόσο τη γη όσο και τον ουρανό, ώστε να μπορεί να δημιουργήσει στην καθημερινότητα αυτά τα ενδιάμεσα ανοίγματα -που ανακάλυψε ο Αξελός στο Παρίσι- είναι πάντα ένας λόγος για να πάρουμε ως άνθρωποι πάνω στα πράγματα μια τέτοια στροφή, που σαν καταστροφή ποτέ δεν θα γυρίσει. Ακόμα κι αν χρειαστεί να γκρεμιστούν όλα και να χτιστούν ξανά απ’ την αρχή. Χωρίς θεούς, χωρίς αφεντικά. Μόνο με τα αποσπάσματα αυτού του κόσμου και την ελευθερία τους να σκέφτονται, πριν χρησιμοποιήσουν τα ρήματα που τελικά θα τα προσδιορίσουν.

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Booksitting, 2020

Όταν έσφιξαν οι ζέστες_μικροδιήγημα

Εξάρχεια. Τρεις ώρες μακριά από τον Αύγουστο. Καύσωνας. Για μία ακόμη φορά, ο μεγαλύτερος των εποχών. Μέσα, κλιματισμός. Έξω, πύρινη λαίπαπα. Άνοιξα το παράθυρο, χωρίς να ξέρω τον λόγο. Μέχρι να τον σκεφτώ, είχα αρχίσει να βράζω. Πριν προλάβω ν’ αντιδράσω, άκουσα το «Καλημέρα Ήλιε» του Λοΐζου. Κάποιος μάλλον αναπολούσε. Τα μπάνια του λαού. Έκλεισα το παράθυρο και άνοιξα το ψυγείο. Εκείνο το βράδυ μέθυσα. Σίγουρα από τον ήλιο. Με το χρώμα του όμως, δεν κατάφερα να βαφτώ. Ήταν πλέον σκοτάδι. Το πρωί που ξύπνησα, έκανα ένα κρύο ντουζ. Συνήλθα. Η θερμοκρασία είχε ανέβει. Και τα τζιτζίκια, συνέχισαν να τραγουδούν. 

Η οικία δεν μιλάει και δεν απαντάει (απόσπασμα)_διήγημα

[…]

Ο Λάμπρος έπιασε στα χέρια του το σημείωμα και το πλησίασε στα μάτια του. Δεν φορούσε τα γυαλιά του. Είχε κατέβει μόνο για τσιγάρα. «Η οικία δεν μιλάει και δεν απαντάει.–», διάβασε στην άκρη της σελίδας. Ο Λάμπρος άρχισε να ιδρώνει. «Έβαλε και τελεία και παύλα, ο μαλάκας», σκέφτηκε και το κορμί του τεντώθηκε. Με κομμένη την ανάσα και τους παλμούς του να χοροπηδάνε, βγήκε παγανιά στο λιοπύρι του αθηναϊκού Ιούλη. Αγόρασε δύο πακέτα, αντί για ένα που συνήθως έπαιρνε, και γύρισε γρήγορα στη σκιά της εισόδου. Πήρε το σημείωμα μαζί του κι ανέβηκε τις σκάλες μονορούφι, μπαίνοντας ξανά στη δροσιά του σπιτιού του. Άφησε το σημείωμα στο γραφείο του κι άναψε ένα τσιγάρο. Στη συνέχεια άνοιξε το παράθυρο. Το air-condition ήταν ήδη ανοιχτό. Έκατσε στην πολυθρόνα του και τράβηξε μερικές τζούρες γερές. Έπειτα, έσβησε το τσιγάρο του κι έκλεισε τα μάτια. «Αυτή τη φορά θα σε φτιάξω», σκέφτηκε και βάλθηκε να σκαρώνει απαντήσεις, ψάχνοντας την πιο κατάλληλη. Έπρεπε από τη μία να σηκώσει το γάντι και να τον αποστομώσει, από την άλλη ήθελε να γίνει και η δουλειά. Εξού και το σημείωμα άλλωστε. Ποια θα ήταν η κατάλληλη απάντηση όμως; Να τον βάλει στη θέση του και να εκτονωθεί, να ξαναρίξει τα μούτρα του για να γίνει η δουλειά ή να κανονίσει τη δουλειά μόνος του; Βέβαια, σε καθένα από τα πιθανά σενάρια, την εμπλοκή και την πιθανή συμπλοκή μαζί του, δεν θα τη γλίτωνε. Όταν το δικαίωμα κι η υποχρέωση είναι κοινά, δεν μπορείς να αποφύγεις τον άλλο, ό,τι και αν κάνεις. Κάποια στιγμή, θα πρέπει να συνεννοηθείς. Ειδικά εκεί που μένεις.

[…]

Από τη συλλογή διηγημάτων, «Μια ντουζίνα στα δύο», Εκδόσεις Τόπος

https://www.public.gr/product/books/greek-books/literature/greek-literature/mia-ntoyzina-sta-dyo/prod13440033pp/

Εικονογράφηση: Στέλλα Δημητρακοπούλου