Η αρρώστια_διήγημα

Ο Στράτος κοιμήθηκε στις τέσσερις το πρωί και σηκώθηκε στις δωδεκάμιση το μεσημέρι. Είχε συμπληρώσει οχτώμιση ώρες ύπνου. Τόσο πίστευε ότι ήταν το ιδανικό. «Οχτώ ώρες είναι λάθος. Χρειάζομαι ακόμα ένα μισάωρο για να σηκωθώ καλά από το κρεβάτι. Ειδικά μετά από μια δύσκολη νύχτα. Αλλιώς εφτά. Ή οχτώμιση ή εφτά. Διαφορετικά, δεν πάει καλά η μέρα», έλεγε στη γυναίκα του, όταν τον ξύπναγε άγαρμπα στις οχτώ ώρες κατά τα ειωθότα. Πάντα ξενύχτης ήταν, αλλά με την καραντίνα ξέφυγε. Με την «προβλεπόμενη ασφάλεια» φυσικά. Αυτήν που έκανε τις οχτώμιση ώρες να γίνουν εννιά και δέκα και βάλε. Αναλόγως βέβαια και πόσες ήταν οι ώρες του συνεχόμενου ξύπνιου του. Ρίξε κι αυτό στην εξίσωση, γιατί δεν ήταν αμελητέες κι αυτές. Τέλος πάντων, να ’ναι καλά η τηλεργασία που τον άφηνε να κάνει τα κουμάντα του με τον χρόνο, παρ’ όλο που κι αυτηνής κοντά της ήταν τα πόδια. Ασθμαίνοντας πήγαινε και κούτσα-κούτσα, το χέρι του, η μέση του, τα μάτια του, κουτσάθηκαν στον υπολογιστή όλη μέρα. Και τα λεφτά, κουτσά ήταν κι αυτά. Ας όψεται όμως. Ποίος κόπτεται αλλά; «Χεσμένους μας είχαν, χεσμένους μας έχουν, χεσμένους θα μας έχουν κατά πάσα πιθανότητα και εις τον αιώνα τον άπαντα», σκεφτότανε στις μαύρες του. Η αλήθεια είναι ότι, αν το καλοσκεφτείς και βγάλεις μια δεκαετία από δω, άλλη μια από κει κι άλλη μια παρακεί, έτσι μας είχαν πάντοτε. Ποτέ της δεν την ένοιαξε ο άνθρωπος την ιστορία. Η καρδιά που πάλλεται, στο τέλος πάντα μένει. Τι άλλο όμως να έκανε εκείνος; Είχε κουραστεί να θυμώνει, να φωνάζει και να βγαίνει εκτός εαυτού. Γιατί αυτός ήταν ο φόβος του. Να χάσει τον εαυτό του, πριν καλά-καλά τον βρει. Θεωρούσε μεγάλο κρίμα να μην χαρεί ποτέ κανείς αυτό που είναι ή αυτό που τελικά έγινε. «Γιατί όταν θα ’ρθει η ρημάδα η στιγμή να χαιρετίσεις, πρέπει να ’χεις κάτι να παραδώσεις περήφανα, σε όσους πίσω θα αφήσεις. Κι αν δεν έχεις τίποτ’ άλλο, τουλάχιστον ας έχεις μια καλή ψυχή, κι αν είν’ ας πάει στο διάολο», έλεγε αυτά τα βράδια, που κανείς δεν ξεχνάει τα λόγια του.

Η ώρα ήταν περίπου δύο το μεσημέρι, όταν άκουσε εκείνον τον ιστορικό καυγά. Σηκώθηκε από το γραφείο του και κατευθύνθηκε γρήγορα στο παράθυρο. Πρώτη φορά είδε όλα τα σπίτια απέναντι, με τα μπαλκόνια και τα παράθυρά τους γεμάτα από βλέμματα, παρ’ όλο που τη γειτονιά του, μόνο ήσυχη δεν θα την έλεγες. Το θέαμα λοιπόν ήταν το εξής: Δύο άντρες έπαιζαν ξύλο στη μέση του δρόμου, έχοντας σταματήσει την κίνηση των πεζών και των αυτοκινήτων τελείως. Ο ένας εκ των δύο προσπαθούσε να μπει μέσα στ’ αμάξι του, έχοντας δίπλα του τη γυναίκα του και το παιδί του και ο άλλος μαινόμενος προσπαθούσε να τον βγάλει απ’ έξω πυξ λαξ, με σκοπό να τον ακινητοποιήσει μέχρι να ’ρθει η αστυνομία για να τον καταγγείλει. Η δικαιολογία του τελευταίου, που βροντοφώναζε με μια φωνή που ήταν ικανή να τραυματίσει ψυχολογικά έναν ενήλικο, πόσο μάλλον ένα παιδί, ήταν ότι ο πρώτος τον είχε απειλήσει ότι θα τον σκοτώσει. Στο μεταξύ, όταν πεταγόντουσαν διάφοροι από τα μπαλκόνια τους, για να του πουν να σταματήσει -λόγω της παρουσίας του παιδιού-, αυτός άφριζε ότι ο ίδιος έχει τρία παιδιά, κρατώντας την παλάμη του μπροστά τους σαν τρίαινα. Τα αίματα άναψαν, η συμπλοκή γενικεύτηκε με την παρέμβαση των περιοίκων από τις ισόγειες κατοικίες και τα καταστήματα του δρόμου, ώσπου ο άντρας με τη γυναίκα και το παιδί κατάφεραν τελικά να μπουν μέσα στ’ αμάξι τους και να φύγουν. Το συγκλονιστικό σε όλη αυτήν την ιστορία, ήταν ότι το παιδί -ένα κοριτσάκι τεσσάρων, πέντε ή έξι χρονών, κάπου τόσο έπρεπε να ’ναι-, δεν έβγαλε κιχ. Ούτε έκλαψε, ούτε φώναξε, ούτε και έπεσε στην αγκαλιά της μαμάς του, η οποία ούρλιαζε σαν υστερική. Στεκόταν εκεί αγέρωχο, με μια στωική χαλαρότητα που πραγματικά τραβούσε την προσοχή, περισσότερο κι απ’ τα κροσέ που έπεφταν ζωντανά, μπροστά στα μάτια όλων. «Φαντάσου πόσο εξοικειωμένο είναι το παιδί με τη βία», μονολόγησε ο Στράτος και άνοιξε το παράθυρο. Η αστυνομία ήρθε -όπως πάντα κατόπιν εορτής-, είδε και απήλθε, καθώς η ηχηρή αγανάκτηση από τους μάρτυρες του περιστατικού απέναντι στον άντρα που υπερέβη την προβλεπόμενη άμυνα έναντι της απειλής που υποστήριζε ότι είχε δεχτεί απ’ αυτόν με τη γυναίκα και το παιδί, δεν του επέτρεπε να το συνεχίσει.

«Ο τύπος πρέπει να κοιμήθηκε τις λάθος ώρες», σκέφτηκε ο Στράτος κι έκλεισε αργά το παράθυρο. Έπειτα, γύρισε στο γραφείο του και μπήκε στο ίντερνετ. Μετά από λίγο σηκώθηκε και πήγε στη γυναίκα του, που ήταν ακόμα σε τηλεδιάσκεψη και δεν είχε παρακολουθήσει τι είχε συμβεί. «Τι έγινε κάτω;», τον ρώτησε απορημένη, κλείνοντας απότομα την κάμερα και το μικρόφωνό της. «Θα σου πω μετά», της απάντησε και της έδωσε ένα φιλί. Ο Στράτος πριν να γυρίσει στο γραφείο του, κοντοστάθηκε στο παράθυρο. Ο δρόμος είχε αδειάσει και η κίνηση των πεζών και των αυτοκινήτων είχε αποκατασταθεί. Τα μπαλκόνια και τα παράθυρα τριγύρω, δεν φιλοξενούσαν πλέον τα βλέμματα των κατοίκων τους. Ο ουρανός είχε ανοίξει το χρώμα του και το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού ήταν ήδη στη διάθεση των ανθρώπων. Η αρρώστια όμως που τους έτρωγε, δεν το ’χε σκοπό να φύγει.

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Ο αναγνώστης, 2021

Στο δευτερόλεπτο_διήγημα

Είμαι στο μπάνιο. Έχω μόλις πλύνει τα χέρια μου και κλείνω τη βρύση. Τι νύχτα κι αυτή, περίεργη. Μεσολαβεί ένα δευτερόλεπτο ησυχίας. Μέσα απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο που κοιτάζει στο δρόμο, προσγειώνονται ξαφνικά στ’ αυτιά μου, δύο ταλαιπωρημένες φωνές αντρών σε υπερένταση.

– Ξενέρωσα… Δηλαδή, θα προτιμούσα να μας το πει ξεκάθαρα: γουστάρω τα φράγκα. Τι ιδεολογία και μαλακίες και… εντάξει ρε φίλε, ξενέρωσα! Εγώ δεκαοχτώ χρονών τον είχα για θεό ρε μαλάκα τον τύπο!

– Αλλάζει ο άνθρωπος φίλε, αλλάζει. Απ’ όλες τις μεριές. 

– Όχι ρε, ο ίδιος μένει. Απλά, εμείς τον βλέπουμε διαφορετικά. Στα μάτια μας αλλάζει μόνο. 

Παύση.

– Ε τότε, εμείς φταίμε! Δεν είδαμε από την αρχή αυτό που βλέπουμε τώρα. Δεν το ’δαμε ρε μαλάκα!

– Είμασταν μικροί ρε, που να το δούμε; 

– Μαλάκες ήμασταν! Έπρεπε να το ’χαμε καταλάβει.

– Στ’ αρχίδια μας. Το καταλάβαμε τώρα.

Οι φωνές των αντρών σώπασαν και ο ήχος από τον παλμό τους στην άσφαλτο, έσβησε ρυθμικά αυτόν τον διάλογο που έσκασε απροειδοποίητα μπροστά μου. Γουστάρω τα φράγκα… «Και ποιος δεν τα γουστάρει», σκέφτηκα κι επέστρεψα στο σαλόνι. Ξημέρωνε Δευτέρα. Έστριψα το τσιγάρο μου και συνέχισα να βουρλίζομαι εδώ κι εκεί μέχρι που τελικά ήρθε η ώρα να φύγω για τη δουλειά μου. Δεν είχα κοιμηθεί καθόλου. «Το θέμα είναι να το παραδεχτείς απ’ την αρχή», άκουσα τον εαυτό μου να λέει και πήγα στο μπάνιο για να ετοιμαστώ. Μόλις έκλεισα τη βρύση, σ’ αυτό το δευτερόλεπτο της ησυχίας, κατάλαβα ότι ξενέρωσα. 

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 64

«Μετά» το μοντέρνο_διάλογος

– Ποιο είναι το μοντέρνο σήμερα; 

– Σίγουρα το νέο. 

– Ποιο είναι το νέο λοιπόν; Αυτό που μας στέλνει πίσω στον 19ο ή μπροστά 21ο αιώνα; 

– Αυτό που μας δίνει χρόνο. Αυτό που μας δίνει χρήμα. Η ελευθερία. Αυτό είναι το νέο. 

– Που βρίσκεται αυτό; 

– Κανείς δεν ξέρει.  

– Γιατί;

– Γιατί είναι μια ουτοπία. Έτσι λένε. Δεν βρίσκεται πουθενά.

– Δεν σε πιστεύω.

– Καλά κάνεις.

– Ούτε τώρα σε πιστεύω.

– Ακόμα καλύτερα.

Μια ντουζίνα στα δύο_(how about books)_παρουσίαση & κριτική

Το «Μια ντουζίνα στα δύο» είναι συλλογή διηγημάτων. Αποτελείται από έξι διηγήματα του Γρηγόρη Γαϊτανάρου και έξι σκίτσα της Στέλλας Δημητρακοπούλου. Διηγήματα που μέσα στο κάθε ένα κρύβεται μια ιστορία του σήμερα, ένας άνθρωπος-ήρωας αντιμέτωπος με τη δίκη του ξεχωριστή αλλά καθημερινή ζωή, μοίρα, ιστορία. Ιστορίες που θα μπορούσαν να συμβαίνουν τώρα, που συμβαίνουν συνέχεια, συμβαίνουν στο κέντρο της Αθήνας, στις πόλεις που έχουμε δει, σε εποχές που έχουμε διανύσει, σε ανθρώπους που ίσως έχουμε συναντήσει. Πόνος, δυσκολίες, απόγνωση και στιγμές χαράς και φώτισης, όπως ακριβώς είναι η ίδια η ζωή. Λατρεύω τα διηγήματα και τα συγκεκριμένα επίσης. Είναι ένα βιβλίο που το ξεκινάς και το αφήνεις μόλις ολοκληρωθεί. Και δεν μπορώ να μην σχολιάσω την ομορφιά των σκίτσων που χαράσσονται στη μνήμη, σαν εικόνα πάνω για τις λέξεις.

Μια ντουζίνα στα δύο (εκδόσεις Τόπος)_συλλογή διηγημάτων

– Θα τα καταφέρουμε, μετά απ’ αυτό; ρώτησε η Μάρθα.

– Σκατά, απάντησε ο Γιώργος.

– Αμ, γίνεσαι άνθρωπος εσύ; πετάχτηκε η Λίτσα.

– Αυτή τη φορά θα σε φτιάξω, ψιθύρισε ο Λάμπρος.

– Να τσακωνόμαστε και να λασπωνόμαστε μας έπεισαν, φώναξε η Κλεοπάτρα.

– Η βαριά δουλειά έγινε, μονολόγησε Εκείνος.

Έξι διηγήματα, έξι εικόνες. Μια ντουζίνα χωρισμένη σε λέξεις και σκίτσα. Ήρωες που έρχονται αντιμέτωποι με την ίδια τους την ιστορία, χωρίς να φοβούνται το τέλος της. Ήρωες που, ακόμα κι έτσι, μόνο τέτοιοι δεν νιώθουν. Σε αφηγήσεις, στις οποίες η γλώσσα είναι απλά το μέσο, όχι ο σκοπός.

http://www.toposbooks.gr/contents/books_details.php?nid=705

Η στιγμή, ο τόπος και το χαμόγελο_ επιμύθιο

Μίλα εσύ κι ας μην σ’ ακούνε. Θα ‘ρθει κι αυτή η στιγμή. Όταν έρθει όμως, φρόντισε να ‘σαι στον σωστό τόπο. Αν όχι, βρες τον τρόπο να χαμογελάσεις. Έστω κι από μακριά.

Τα «ψηφιακά» βρακιά_χρονογράφημα

– Έπεσε το σύστημα. Λυπάμαι, δεν μπορώ να σας εξυπηρετήσω.

– Δεν υπάρχει πρωτόκολλο ασφαλείας για επείγουσες περιπτώσεις;

– Δυστυχώς, όχι.

– Κοιτάξτε, κρατήστε τα δικαιολογητικά κι όταν το σύστημα επανέλθει, λύστε το ζήτημα οίκοθεν. Εξάλλου, πρόκειται για δικό σας σφάλμα.

– Έχετε δίκαιο. Δεν γίνεται όμως. Είναι θέμα του Υπουργείου.

– Ακούστε, εάν προκληθεί τυχόν ανεπανόρθωτη βλάβη λόγω καθυστέρησης από δική σας υπαιτιότητα, να ξέρετε ότι θα κινηθώ δικαστικά κατά της υπηρεσίας σας και του καθενός σας ξεχωριστά.

Ο αρχαιότερος υπάλληλος πλησιάζει, καθώς η προϊσταμένη απουσιάζει.

– Έχετε δίκαιο κύριε, έχετε δίκαιο… Ξέρετε, όταν μας ήρθε το σχετικό νομοσχέδιο, στείλαμε τις παρατηρήσεις μας επί των ειδικών διαδικαστικών ζητημάτων -εγώ προσωπικά τις έστειλα-, μα δεν έγινε καμία δεκτή. Και τώρα καλούμαι ν’ απολογηθώ σε ανθρώπους σαν κι εσάς, για πράγματα που είχα προβλέψει ότι θα συμβούν. Τι να κάνω κι εγώ τώρα;

– Σας καταλαβαίνω, του είπα και το εννοούσα.

Φαινόταν να λέει την αλήθεια. Για κακή μου τύχη, η φάτσα του και η γλώσσα του σώματός του, συνηγορούσαν σε τούτην την εκτίμηση. Κράτησε αντίγραφα από τα δικαιολογητικά και τον αριθμό του κινητού μου, για να με καλέσει με το που θα επανερχόταν το σύστημα. Επέστρεψα στο γραφείο μου, σκεπτόμενος, ότι τα «ψηφιακά» βρακιά θέλουν και επιδέξιους κώλους.