Η οικία δεν μιλάει και δεν απαντάει (απόσπασμα)_διήγημα

[…] Ο Λάμπρος έπιασε στα χέρια του το σημείωμα και το πλησίασε στα μάτια του. Δεν φορούσε τα γυαλιά του. Είχε κατέβει μόνο για τσιγάρα. «Η οικία δεν μιλάει και δεν απαντάει.–», διάβασε στην άκρη της σελίδας. Ο Λάμπρος άρχισε να ιδρώνει. «Έβαλε και τελεία και παύλα, ο μαλάκας», σκέφτηκε και το κορμί του τεντώθηκε.Συνέχεια ανάγνωσης «Η οικία δεν μιλάει και δεν απαντάει (απόσπασμα)_διήγημα»

Η αρρώστια_διήγημα

Ο Στράτος κοιμήθηκε στις τέσσερις το πρωί και σηκώθηκε στις δωδεκάμιση το μεσημέρι. Είχε συμπληρώσει οχτώμιση ώρες ύπνου. Τόσο πίστευε ότι ήταν το ιδανικό. «Οχτώ ώρες είναι λάθος. Χρειάζομαι ακόμα ένα μισάωρο για να σηκωθώ καλά από το κρεβάτι. Ειδικά μετά από μια δύσκολη νύχτα. Αλλιώς εφτά. Ή οχτώμιση ή εφτά. Διαφορετικά, δεν πάει καλάΣυνέχεια ανάγνωσης «Η αρρώστια_διήγημα»

Στο δευτερόλεπτο_διήγημα

Είμαι στο μπάνιο. Έχω μόλις πλύνει τα χέρια μου και κλείνω τη βρύση. Τι νύχτα κι αυτή, περίεργη. Μεσολαβεί ένα δευτερόλεπτο ησυχίας. Μέσα απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο που κοιτάζει στο δρόμο, προσγειώνονται ξαφνικά στ’ αυτιά μου, δύο ταλαιπωρημένες φωνές αντρών σε υπερένταση. – Ξενέρωσα… Δηλαδή, θα προτιμούσα να μας το πει ξεκάθαρα: γουστάρω τα φράγκα.Συνέχεια ανάγνωσης «Στο δευτερόλεπτο_διήγημα»